Έχετε δει ποτέ την ελληνική ταινία "Μάθε παιδί μου γράμματα"; Ε αυτή η ταινία πολύ μου ταίριαξε για πολλούς λόγους.
Εάν ποτέ προσπαθούσα να ξεχωρίσω ποίο ήταν το επιμύθιο των γονικών κηρυγμάτων κατά την παιδική μου ηλικία θα ήταν ακριβώς αυτό: Μάθε παιδί μου γράμματα...Εντάξει είπαν και όλα τα υπόλοιπα, να είσαι καλή, να σέβεσαι τους γύρω σου, να αναλαμβάνεις τις ευθύνες των πράξεων σου αλλά πάνω σχεδόν από όλα μου έδωσαν ευχή (και κατάρα ίσως) να σπουδάσω, να διαβάσω, να ακούσω, να δω και να καλλιεργήσω τον εαυτό μου. Ξέχασαν οι κακόμοιροι να μου πουν να βρω επάγγελμα και χρήματα ώστε να επιβιώνω και τώρα το πληρώνουν.
Πέρα όμως από την επιθυμία αυτή των γονιών μου η ταινία τούτη στοίχειωσε με ένα τρόπο φανταστικό και παράδοξο την παιδική μου ηλικία. Μέναμε τότε στο ενοίκιο. Οι σπιτονοικοκύρηδες ήταν ένα ζευγάρι οικείο και φιλικό. Για μένα ήταν σαν παππούδες ή θείοι. Και εκείνοι με έβλεπαν σαν ένα πρόωρο εγγόνι που τα απομεσήμερα τους έφτιαχνε ελληνικό καφέ στο γκάζι, φλυαρούσε ασταμάτητα και άκουγε με περιέργεια τις κουβέντες τους. Στην Α' δημοτικού μετακομίσαμε στο δικό μας σπίτι. Η μετακόμιση αυτή όμως καθόλου δεν μου άρεσε. Έτσι μετά το τέλος της σχολική ώρας αντί να πάρω τον πάνω δρόμο, έπαιρνα τον κάτω. Ασυναίσθητα έλεγα δικαιολογίες στον εαυτό μου: "Που να ανεβαίνεις την ανηφόρα τώρα;" Ή "όλη η παρέα μου πάει προς τα κάτω, βαριέμαι να περπατάω μόνη μου." Υπολόγιζα πόση ώρα μπορούσα να κερδίσω μέχρι να πάρει η μάνα μου χαμπάρι ότι δεν ερχόμουν από το σχολείο και να πάρει το αυτοκίνητο να έρθει να με μαζέψει από το παλιό μας σπίτι. Η ώρα αυτή που έκλεβα ήταν πάντοτε, μα κάθε μεσημέρι, αφιερωμένη στο "Μάθε παιδί μου γράμματα". Πήγαινα στους παλιούς σπιτονοικοκύρηδες τους έλεγα δυο κουβέντες και τους ζήταγα να μου βάλουν να δω στο βίντεο το "Μάθε παιδί μου γράμματα." Το βίντεο τότε ήταν πρόσφατη ανακάλυψη και νέα πολυτέλεια. Εμείς δεν είχαμε. Οι γονείς μου, κατά της τηλεόρασης από τότε, δεν έβλεπαν κανένα λόγο να αγοράσουν ένα μηχάνημα που να μπορεί να αντιγράψει και να αναπαράγει το χαζοκούτι.
Δεν ξέρω τι με ωθούσε σε αυτή την καθημερινή ιεροτελεστία. Ίσως να ήταν η δυνατότητα της ακριβής επανάληψης που με συνάρπαζε. Κάθε μέρα ο ίδιος κόσμος με τα ίδια πρόσωπα τα ίδια λόγια. Στο τέλος τα είχα μάθει απέξω και τα έλεγα μαζί με τους ηθοποιούς. Αλλά ακόμα και η ταινία μου φαινόταν πολύ περίεργη. Έκρυβε μέσα της πληθώρα από υπονοούμενα και μυστικά. Κάθε φορά πήγαινα και ρώταγα την Ε. και τον Γ. τι εννοούσε ο ήρωας όταν έλεγε το ένα ή το άλλο και εκείνοι χαμογελούσαν και προσπαθούσαν να μου εξηγήσουν την πρόσφατη Ελληνική ιστορία, το μεγάλο μυστικό, τον Εμφύλιο. Και κάθε φορά κάτι καινούργιο κέντριζε το ενδιαφέρον μου για να ρωτήσω, και να προσπαθήσω να καταλάβω.
Θυμάμαι δε ένα ακόμα παράδοξο περιστατικό. Ένα μεσημέρι ανακάλυψα ένα εισβολέα στο σαλόνι, στη θέση μου μπροστά στην τηλεόραση. Ένα άλλο πιτσιρίκι είχε έρθει επίσκεψη και ετοιμαζόταν να παρακολουθήσει την αγαπημένη μου ταινία. Πήρα την θέση δίπλα του με μια διάθεση ανταγωνισμού και ζηλοτυπίας. Αλλά και εκείνος δεν ήταν αρχάριος. Λίγο αργότερα καταλήξαμε σε μια συμφωνία. Θα έλεγα εγώ συγχρονισμένα με τις γυναίκες ηθοποιούς τις ατάκες τους και εκείνος θα έλεγε τα αντρικά λόγια. Διαγωνιζόμασταν ποιος θα κάνει το λάθος και δεν θα θυμηθεί τα λόγια αλλά κανείς από τους δύο δεν έχασε ούτε μία συλλαβή. Και εκείνος όπως και εγώ είχε δει το έργο αμέτρητες φορές. Τι είδους μαγεία ασκούσε επάνω μας;
Μου ταιριάζει όμως, και σήμερα ακόμα, με ένα τρόπο γλυκόπικρο. Θυμάμαι από τότε τον χαρακτήρα που έπαιζε ο Τσάκωνας να μετράει στα δάχτυλα των χεριών τα χρόνια των σπουδών του: " Έξι χρόνια στο δημοτικό, έξι χρόνια στο γυμνάσιο, έξι χρόνια στο Πανεπιστήμιο στο Εξωτερικό, και έξι χρόνια μέχρι να πάω σχολείο συνολο 30 και τα άλλα έξι μέχρι τα 36 πού είμαι τι έγιναν;" Τα ψάχνει ο άμοιρος σε όλη την ταινία και ποτέ δεν τα βρίσκει. Και ο πατέρας του ψάχνει το σγουρομάλλικο αγόρι που έστειλε στο εξωτερικό να σπουδάσει και δεν το βρίσκει γιατί μπροστά του έχει ένα καραφλό γεροντοπαλίκαρο. Και μετά από τόσα χρόνια και τόσες σπουδές πως ασχολείται ο διαπρεπής επιστήμονας; Παίζει με πάθος και δεξιοτεχνία τάβλι γιατί δεν έχει κάτι άλλο να κάνει. Η ελληνική κοινωνία δεν μπορεί να τον αξιοποιήσει και δεν μπορεί να τον απορροφήσει. Όταν ήμουν μικρή γέλαγα με αυτή την ατάκα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο μέσα στο έργο. Σήμερα όμως μετράω και εγώ: 6 χρόνια στο δημοτικό, 3 στο γυμνάσιο, 3 στο λύκειο, 4 στο Πανεπιστήμιο, 1 στο μεταπτυχιακό και 6 στο διδακτορικό και μου μένει ένα αίσθημα απώλειας χρόνου. Όλα όσα έκανα, όλα όσα έμαθα, θα μπορούσα να τα είχα μάθει σε λιγότερο χρόνο και λιγότερο επώδυνα. Και τώρα; Αγωνίζομαι να προστατεύσω όσα κατέκτησα σε μια χώρα και σε μια κοινωνία που κυριολεκτικά δεν δίνει δεκάρα για τον πλούτο μου. Και το χειρότερο...Δεν είμαι μόνη. Ξέρω κι άλλους πολλούς σε αυτή την τρύπα και η ιστορία μου είναι τόσο κοινότοπη που ίσως δεν αξίζει καν blog.
Και μένω με μια φράση από το πολυ-ιδωμένο έργο μου. Κι ας αναφέρεται σε μια περίοδο 60 χρόνια πριν, ακόμα ισχύει:Το σχολείο που φτιάξατε δεν μας αγκαλιάζει, δεν το φτιάξατε για εμάς...
http://www.youtube.com/watch?v=0WRtZJ5SJZY
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου